βουλητός

βουλ-ητός, ή, όν,
A that is or should be willed,

οὔτε χρήσιμον οὔτε β. Phld.Rh.1.185S.

: τὸ β. object of desire or will, Pl.Lg.733d, Arist.EN 1113a17. Adv.

-τῶς Procl.in Prm.p.752S.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουλητός — βουλητός, ή, όν (AM) [βούλομαι] εκείνος τον οποίο θέλει ή πρέπει να θέλει κάποιος μσν. το ουδ. ως ουσ. βουλητόν, το σύσκεψη αρχ. βουλητόν, το το αντικείμενο της βούλησης …   Dictionary of Greek

  • βουλητός — that is masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλητά — βουλητός that is neut nom/voc/acc pl βουλητά̱ , βουλητός that is fem nom/voc/acc dual βουλητά̱ , βουλητός that is fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλητῶν — βουλητός that is fem gen pl βουλητός that is masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλητόν — βουλητός that is masc acc sg βουλητός that is neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλητον — βούλητος masc/fem acc sg βούλητος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουληταί — βουλητός that is fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλητοῖς — βουλητός that is masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλητοῦ — βουλητός that is masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλητήν — βουλητός that is fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλητῶς — βουλητός that is adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.